ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΑΞΙΔΙΑ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΙ

Νυμφαίο: Αναγεννημένο

Αξιολόγηση Χρήστη: 0 / 5

Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

 

Oσες φορές κι αν ανηφορίσουμε στο Βίτσι για να συναντήσουμε το Nυμφαίο, ένα από τα ομορφότερα χωριά της Ελλάδας, δεν θα μας διαψεύσει. O χειμώνας εδώ έχει την ομορφιά μιας γενναιόδωρης Φύσης και την αρχοντιά των ανθρώπων που ξέρουν ότι ο τουρισμός είναι μια ευγενής τέχνη φιλοξενίας.

Αυτή τη φορά είναι αλλιώς. Αυτή τη φορά το χωριό είναι κρυμμένο μέσα στα πέπλα της ομίχλης. Οι ατελείωτοι νοτιάδες του Νοέμβρη με τα σιγανά ψιλόβροχα σκέπασαν με ένα παχύ ατμό το όμορφο χωριό. Ακίνητη σιωπή στα καλντερίμια, η ομίχλη ρουφάει τους ήχους σαν το χιόνι. Ωραία σιωπηλά σπίτια αναδύονται μέσα σε μυρωδιές υγρές, καθώς περπατάμε στο μυστηριακό σκηνικό. Κατηφορίζουμε στο κέντρο του χωριού για καφέ. Κοιτάζω την ομίχλη και σκέφτομαι τι υπήρχε εδώ πριν από 20 χρόνια: ένα ακόμη ορεινό χωριό που αργοπέθαινε.

Το Νυμφαίο, ανελέητα χτυπημένο από τον Eμφύλιο και τη μετανάστευση, περίμενε τη μοίρα του. «Την περίοδο 1950 - 1960 επήλθε η μεγάλη ερήμωση. Γύρω στο '57 - '58 έκλεισε ο δασικός συνεταιρισμός και όλοι σχεδόν έφυγαν για την Καστοριά ώστε να δουλέψουν στη γούνα», μου λέει ο σημερινός πρόεδρος του Νυμφαίου Γιώργος Μπουτάρης. «Τα σπίτια γκρεμίζονταν -τα 2/3 του χωριού είχαν καταρρεύσει- τα παλιά καλντερίμια χορταριασμένα θάβονταν κάτω από τη θεριεμένη βλάστηση και ελάχιστοι κάτοικοι, οι περισσότεροι αγελαδοτρόφοι, παρέμεναν στις πατρογονικές τους εστίες. Το 1994 στο Νυμφαίο είχαν απομείνει μόλις 35 ψυχές (κάποτε εδώ ζούσαν 3.000 άνθρωποι!). Η κοινότητα είχε χρέος στην Αγροτική Τράπεζα για δάνειο 12 εκατ. δραχμές (με 28% επιτόκιο!) και το κοινοτικό ταμείο ήταν μείον 3 εκατ. δραχμές. Το τι έγινε μετά το περιγράφει γλαφυρά ο βασικός του πρωταγωνιστής: «...διεξαγόταν αγώνας με το χρόνο και η κλεψύδρα είχε εξαντληθεί. Μερικοί κόκκοι μονάχα απέμειναν διαθέσιμοι. Ή τώρα ή ποτέ». Αυτό επαναλάμβαναν πιεστικά όσοι φίλοι με προέτρεπαν να κατέλθω υποψήφιος πρόεδρος της κοινότητας στα καλά καθούμενα…
- Καλά είστε τρελοί;
- Oχι εμείς, εσύ είσαι ο τρελός.

Eτσι έγινα ο τρελός του χωριού επί δώδεκα ολόκληρα χρόνια…»

Αυτά δηλώνει στο βιβλίο Βίβλος Φιλοξενίας ο Νίκος Μέρτζος, διάσημος Θεσσαλονικιός δημοσιογράφος και συγγραφέας, θρυλική μορφή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης για την Ελλάδα και για 12 χρόνια πρόεδρος της Κοινότητας Νυμφαίου. Τι σκέφτηκε λοιπόν ο δαιμόνιος αυτός Βλάχος για να βγει το χωριό από το αδιέξοδο και να ξαναζωντανέψει; «…οικονομία δεν υπήρχε. Ανέκαθεν ο τόπος δεν παρήγαγε τίποτε άλλο παρά μόνον ανθρώπους. Οι άνθρωποί του ωστόσο είχαν παραγάγει πολιτισμό, παράδοση, αρχιτεκτονική, παιδεία, ιστορία. Επιπλέον, ο τόπος είχε μεγάλη ομορφιά και άθικτη μια παρθένα Φύση. Αυτά ήταν τα μοναδικά του πλεονεκτήματα αλλά ήταν στρατηγικά και μπορούσαν να αξιοποιηθούν συνολικά με μια δέσμη ενεργειών. Aρα η οικονομία ήταν ο τουρισμός…»

Από το 1995 άρχισε ένας αγώνας δρόμου να βρεθούν πόροι, να γίνουν μελέτες, να ευαισθητοποιηθούν χορηγοί. Με ευρωπαϊκό αλλά και ελληνικό ιδιωτικό χρήμα το χωριό αρχίζει να ξαναζωντανεύει. Eίναι εκπληκτικό το πώς η αναγέννηση αυτού του τόπου υπήρξε η αφορμή για να «συναντηθούν» άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής αλλά και πολιτικών πεποιθήσεων. Στο Νυμφαίο ο «βαμμένος δεξιός» Μέρτζος συναντήθηκε δημιουργικά με το κυβερνών τότε ΠΑΣΟΚ του Λαλιώτη και του Σηφουνάκη, «…αλλά δεν συναντηθήκαμε κομματικά ούτε πολιτικά. Αφήσαμε όσα πολλά μας χωρίζουν και ανταμώσαμε στα ουσιαστικά και διαχρονικά ηθικά κληροδοτήματα του έθνους. Η δύσκολη συνάντηση απεδείχθη συγκινητική και ιδίως απελευθερωτική.

Απελευθέρωσε καθοριστικούς ανθρώπους, ενέπνευσε εμβρόντητους άλλους, ελευθέρωσε ιδέες παραγωγικές και ενωτικές...», γράφει ο Μέρτζος.Η προσπάθεια κάρπισε γρή-γορα. Ξαναφτιάχτηκαν καλντερίμια, ξαναστήθηκαν υποδομές, παλιοί Νυμφαιώτες επέστρεψαν και επισκεύασαν τα σπίτια τους, έγιναν οι πρώτοι ξενώνες, ξεκίνησε η δράση του Αρκτούρου με το καταφύγιο της αρκούδας. Δημιουργήθηκαν θέσεις εργασίας, ήρθαν νέοι άνθρωποι στο χωριό. Ο τουρισμός ήταν το «κλειδί» της αναγέννησης, αλλά ποιος τουρισμός; «Ο Μέρτζος ανέδειξε το Νυμφαίο ως πρότυπο ανάπτυξης του ήπιου τουρισμού», τονίζει ο σημερινός πρόεδρος (ο οποίος ήταν επί 12 χρόνια γραμματέας της κοινότητας και δεξί χέρι του Μέρτζου). «Ηπιος τουρισμός σημαίνει μικρές αγροτοτουριστικές μονάδες που θα επιφέρουν οικονομικά οφέλη ισομερώς σε όλους. Ο μεγαλύτερος ξενώνας σήμερα στο Νυμφαίο έχει μόνο 10 δωμάτια. Το Νυμφαίο δεν πρόκειται να αλλάξει. Υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για επενδύσεις αλλά και αυστηρότητα στην επιλογή. Πρέπει να προσέξουμε πολύ…» Η ομίχλη διαλύεται για λίγο και ακούω το σφυρί του πετρά να ξαναδουλεύει.Ο Τζέλης Λίτσος και τα μαστόρια του από την Πρεμετή, την Ντίμπρα και το Ελμπασάν ξαναστήνουν ένα αρχοντόσπιτο. «Hρθα στο χωριό το 1996», λέει ο Τζέλης. «Hταν άλλο χωριό τότε. Φτιάξαμε καλντερίμια, σπίτια, δρόμους... Αν δεν ήταν ο Μέρτζος, δεν ξέρω πώς θα ήταν το χωριό σήμερα…» Στο Νυμφαίο αναστηλώθηκαν περίπου 200 σπίτια, χτίστηκαν πάνω από 20 νέα και φτιάχτηκαν 70.000 τ.μ. καλντερίμια. Αληθινή αναγέννηση, όχι αστεία…

Στο καφενείο O Ναύαρχος, η κάπνα από τα τσιγάρα ανεβαίνει. Aκούς Βλάχικα και Ελληνικά από τους θαμώνες, βλέπεις έναν τύπο που φοράει κασκέτο NYPD και την τηλεόραση να παίζει πρωινάδικα. Μυρίζει καφές και τσουκνιδόπιτα. «Φύγαμε το '68 16 οικογένειες από το Νυμφαίο για την Καστοριά», μας λέει σερβίροντας τον καφέ η κυρα-Γιωργία Ζέγα. «Μετά το 1988, ο Γιάννης Μπουτάρης βάζει ανακοίνωση στην εφημερίδα μας «Η Φωνή του Νυμφαίου» πως όποιος θέλει να μείνει μόνιμα στο χωριό θα είναι υπάλληλός μου. Εμείς με τον άντρα μου ήμασταν οι πρώτοι. Φυλάγαμε τα σπίτια τους, δουλεύαμε στους ξενώνες. Γυρίσαμε το '89 έπειτα από 24 χρόνια. Αν δεν ήταν κι ο Μπουτάρης, δεν θα υπήρχε το χωριό…»

Ο Γιάννης Μπουτάρης ήταν η άλλη εμβληματική μορφή της αναγέννησης του χωριού. Δημιούργησε δύο ξενώνες, αναστήλωσε παλιά αρχοντικά της οικογένειας, άνοιξε θέσεις εργασίας και πάνω απ' όλα οραματίστηκε και έστησε τον Αρκτούρο, σταθερό πόλο έλξης επισκεπτών.Ο Γιάννης Μπουτάρης είναι άλλος ένας από τους «τελευταίους των Μοϊκανών» - φράση που μου έλεγε πολύ συχνά κάποτε ο Νίκος Μέρτζος. Η σειρά των επώνυμων ευεργετών του Νυμφαίου είναι μεγάλη: Σωσσίδης, Δούδος, Φίστας, Ρόζας και άλλοι πολλοί, επώνυμοι και πολλοί ανώνυμοι, Νεβεσκιώτες και μη. Ζητάω από τη γελαστή κυρα-Γιωργία να μου πει μια ευχή αν είχε έναν απ' όλους μπροστά της. «Ζι γκίνες μπνες μουτς άνι…», λέει. Να ζήσεις πολλά χρόνια, δηλαδή.

Μια αθέατη νύφη

 

Το χωριό ονομάστηκε Νυμφαίο μόλις το 1929. Οι πρώτοι του οικιστές το ονόμασαν Νιβεάστα, όνομα με τρεις ερμηνείες: Νύφη (για την ομορφιά χωριού και τοποθεσίας), αθέατη (γιατί το χωριό ήταν εντελώς κρυμμένο) και «όπου μένει το χιόνι». Στα τέλη του 16ου αιώνα όταν οι Γκέκηδες ληστές όρμησαν στο χωριό, οι κάτοικοι της Νιβεάστας τους ρήμαξαν. Από τότε άλλαξε και το όνομα του χωριού και έγινα Νέβεσκα, αρβανίτικο όνομα που σημαίνει «σαν εμάς δεν έχει».

Η πολυτάραχη ιστορία του ονόματος απηχεί και την πολυτάραχη ιστορία του χωριού. Γύρω στα 1385, νομάδες Βλάχοι ποιμένες εγκαθίστανται στο καλά προφυλαγμένο Βίτσι και πετυχαίνουν κάποτε να γίνει το χωριό τους βακούφι, δηλαδή κτήμα της Βαλιδέ Σουλτάνας. Το χωριό απέκτησε κάποια προνόμια τα οποία οι Νιβεαστινοί εκμεταλλεύθηκαν, αναπτύσσοντας με μια σχετική άνεση το εμπόριο. Oταν στην περίοδο 1650 - 1680 οι Τούρκοι κατέστρεψαν τη Νικολίτσα και αργότερα τη μεγάλη Μοσχόπολη, πολλοί Βλάχοι από αυτές τις περιοχές ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν στη Νιβεάστα.

Οι Νικολιτσιώτες ήταν σπουδαίοι αργυροχρυσοχόοι και μύησαν γρήγορα στην τέχνη αυτή τους Νεβεσκιώτες. Από τα τέλη του 17ου αι. και για τρεις αιώνες συνολικά το χωριό είναι ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα αργυροχρυσοχοΐας στα Βαλκάνια και οι οργανωμένοι σε ισνάφια μαστόροι έφτιαχναν έξοχα κοσμήματα, ασημένια καλύμματα σε εικόνες και ευαγγέλια, εκκλησιαστικά σκεύη και πολλά άλλα πολύτιμα, ταξίδευαν εμπορευόμενοι σε πολλές περιοχές της Μακεδονίας και αργότερα σε όλη την Ευρώπη και τη Ρωσία, όπου μυήθηκαν σύντομα στα μυστικά της καλής ζωής και του καλού γούστου. Τα αρχοντικά τους, τα δημόσια κτίρια που δώρισαν, τα δημόσια έργα, όλα έχουν τη σφραγίδα μιας ιδιαίτερα ανεπτυγμένης και κοσμοπολίτικης τάξης. Αργότερα, πολλοί Νεβεσκιώτες θα ασχοληθούν με το εμπόριο του καπνού και του βαμβακιού -στην Αίγυπτο κυρίως- όπου θα διαπρέψουν.

«Η εκκλησία χτίστηκε στη μνήμη του Αγίου Νικολάου, προστάτη των ναυτικών και των Νεβεσκιωτών που ταξίδευαν στην Αίγυπτο. Γι' αυτό λάτρευαν έναν θαλασσινό άγιο στο βουνό. Ακόμη έχουν μάλιστα θαλασσινές εκφράσεις. Π.χ. Την κακοκαιρία και το χιονιά τα λένε φουρτούνα…», μου λέει ο πατήρ Ιωάννης Ζέζιος, ο εφημέριος του Νυμφαίου, ένας εξαιρετικά χαριτωμένος και ευχάριστος άνθρωπος (είναι παράλληλα συντηρητής σπάνιων επίπλων και αντικών) δείχνοντάς μας τον εντυπωσιακό ναό του χωριού. «Χτίστηκε το 1867 από τον Νεβεσκιώτη μεγιστάνα Μίχα εφένδη Τσίρλη. Αναστηλώθηκε το 2000 με δωρεά του Νεβεσκιώτη Νίκου Σωσσίδη, γιου του γνωστού πρέσβη Τζων Σωσσίδη». Α, βέβαια...

Οι ευεργέτες είναι μια διαχρονική υπόθεση στο Νυμφαίο. Ο πιο μεγάλος ανάμεσα στους ευεργέτες - μεγιστάνες τα χρόνια της μεγάλης ακμής ήταν ο Μίχας Τσίρλης, ο οποίος είχε ένα μεγάλο εκκοκκιστήριο βάμβακος στην Γκουντάμπα της Αιγύπτου. Το 1864 ο Μίχας Τσίρλης επέστρεψε στο Νυμφαίο μαζί με 60.000 χρυσές λίρες στις αποσκευές του και ευεργέτησε ποικιλοτρόπως το χωριό του χτίζοντας εκκλησία, μοναστήρια, αρχοντικά αλλά κι έναν τούρκικο στρατώνα κοντά στο Νυμφαίο (οι Τούρκοι, τον ονόμασαν Μιραλάι, δηλαδή επίτιμο συνταγματάρχη του οθωμανικού στρατού). Στο σπίτι του είχε εγκαταστήσει ο Παύλος Μελάς το διευθυντικό κέντρο του Μακεδονικού Αγώνα. Αλλοι Νεβεσκιώτες καπνέμποροι και καπνοπαραγωγοί στην Αίγυπτο ήταν ο Φίστας, ο Λούστας, ο Δούδος, ο Ζέζιος και άλλοι πολλοί.

Διάσημοι μεγιστάνες και ευεργέτες του Νυμφαίου ήταν τα μέλη της οικογένειας Σωσσίδη. Οι Σωσσίδηδες έγιναν καπνέμποροι και καπνοβιομήχανοι, έχτισαν εργοστάσια και εταιρείες στα Βαλκάνια, στο Αμβούργο και στην Αίγυπτο και αργότερα ο Νάνος Σωσσίδης οργάνωσε στην Ελλάδα τον Εθνικό Οργανισμό Καπνού (κάτι για το οποίο παρασημοφορήθηκε από τον Χαρίλαο Τρικούπη). Ο Νεβεσκιώτης Ζαν Νίκου έγινε διευθυντής στο Σουηδικό Μονοπώλιο Καπνού και ο Κωνσταντίνος Μίσσιου (παππούς των αδελφών Μπουτάρη) έφτιαξε καπνεργοστάσια στη Θεσσαλονίκη και στο Αμβούργο. Ολοι αυτοί οι ικανότατοι άνθρωποι μετέφεραν την τεράστια επιτυχία τους στο Νυμφαίο. Ηταν αυτοί που έδωσαν νόημα στη λέξη «ευπατρίδης» και οι απόγονοί τους συνεχίζουν να ευεργετούν το Νυμφαίο μέχρι σήμερα.

Περπατάμε στα καλοφτιαγμένα καλντερίμια του χωριού μέσα στην πυκνή ομίχλη και τα στοιβαγμένα στις αυλές ξύλα. Τα πέτρινα αρχοντόσπιτα με την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, άψογα συντηρημένα υψώνονται μέσα στους ατμούς. «Είναι το παλαιότερο σπίτι στο Νυμφαίο. Χτίστηκε το 1837», μας λέει ο Γιάννης Παπαδόπουλος δείχνοντάς μας το επιβλητικό αρχοντικό του Νικολάου Τσίρλη (αδελφού του Μίχα εφένδη). «Οι απόγονοι το συντηρούν, έρχονται τα καλοκαίρια.» Βλέπουμε με δέος το γεμάτο αστική πολυτέλεια εσωτερικό. Διακοσμημένα ταβάνια, τοιχογραφίες -αρχαίοι φιλόσοφοι, αγάλματα, πυραμίδες, φυτικά μοτίβα- βελέντζες και υφάσματα σε χτυπητά χρώματα, παλιά έπιπλα. Το ξεχωριστό αισθητικό χαρακτηριστικό στα νεβεσκιώτικα αρχοντικά είναι αυτές οι θαυμάσιες ζωγραφικές διακοσμήσεις, οι εκπληκτικές νεοκλασικές τοιχογραφίες, οι οποίες μιμούνται σκηνές και τοπία από τη Μυθολογία και πολλά γνωστά αγάλματα της αρχαιότητας, εικόνες που μετέφεραν στα αρχοντικά τις κλασικές, νεοκλασικές και art nouveau τάσεις που επικρατούσαν τότε στην Ευρώπη.

Η ιστορική μνήμη του χωριού διατηρείται περίφημα στο μικρό χαριτωμένο μουσείο αργυροχρυσοχοΐας, ιστορίας και λαογραφίας.Ενδιαφέρον έχουν τα σύνεργα των Νεβεσκιωτών αργυροχρυσοχόων: τραμπουλές, μασγαλάς, μπορσονιέρα, παντέφια και τα εκπληκτικά τους κασελάκια, με τις κρύπτες και τα συρταράκια. Στο ισόγειο βλέπουμε το περίφημο σαλονάκι του Μίχα Τσίρλη «Ηταν αστικό χωριό, όχι κτηνοτροφικό. Είχε αστική παράδοση», μου λέει ο Τάκης Οικονομίδης, υπεύθυνος του μουσείου, δείχνοντάς μου πίνακα με τα παιδιά της οικογένειας Τσίρλη ντυμένα στα ναυτικά. «Το ντύσιμο αυτό επιβλήθηκε στην Τουρκοκρατία και δήλωνε εθνική ταυτότητα με το λευκό και το γαλάζιο.»

Ευγνωμονω σε επισκεπτη…

Από την Παρασκευή ακόμη καταλαβαίνεις ότι το χωριό αλλάζει εν όψει Σαββατοκύριακου. Το πάρκινγκ έχει περισσότερα αυτοκίνητα, η κινητικότητα είναι αυξημένη στα δρομάκια, ξενώνες που ήταν κλειστοί ανοίγουν. Το Σάββατο είναι πια ένα άλλο χωριό. Ζευγάρια ανηφορίζουν το ωραίο καλντερίμι χαζεύοντας τα μνημειώδη αρχοντικά, βγάζοντας φωτογραφίες, ψάχνοντας σε ποιο καφέ θα χωθούν. Κόσμος πολύς… Ολοι κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Διασχίζουν το χωριό φτάνουν στη βορειοανατολική άκρη του και παίρνουν το μονοπάτι με τις οξιές προς το καταφύγιο του Αρκτούρου. «Πολλοί που φτάνουν εδώ μόνο για το Νυμφαίο έρχονται και στον Αρκτούρο. Και αντίστροφα», μου λέει η ξεναγός του Αρκτούρου Μελίνα Αυγερινού, πριν ξεκινήσουμε τη βόλτα με τους επισκέπτες στο καταφύγιο της Αρκούδας. «Ο Αρκτούρος ιδρύθηκε το 1992 ως αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία. Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της αρκούδας χορεύτριας ξεκίνησαν κατασχέσεις ζώων. Η τελευταία έγινε το 1996. Τα ζώα έπειτα από θεραπείες και διαδικασία προσαρμογής ζουν στο καταφύγιο στο Νυμφαίο σε μια έκταση 50 στρεμμάτων, σε δάσος οξιάς. Σήμερα ζουν εδώ 13 αρκούδες».

Η ενημέρωση των επισκεπτών συνεχίζεται μπροστά στην περίφραξη με τα μεγάλα θηλαστικά του δάσους. Οι αρκούδες τριγυρίζουν κάτω από τις οξιές. «Στα ζώα κάνουμε στείρωση γιατί θα ζήσουν για πάντα εδώ και δεν θέλουμε να πολλαπλασιαστούν. Δεν θα μπορέσουν να προσαρμοστούν ποτέ στην άγρια ζωή γιατί ποτέ δεν εκπαιδεύτηκαν για κάτι τέτοιο. Ηταν από μικρές στην αιχμαλωσία…» Ο Αρκτούρος στηρίζεται οικονομικά στους επισκέπτες, σε δωρεές και σε πιθανά ευρωπαϊκά προγράμματα. Κόσμος με πολύχρωμα μπουφάν τριγυρίζει στο δάσος με τα κόκκινα φύλλα και χαζεύει τα απειλούμενα με εξαφάνιση θηρία. Πιτσιρίκια με πελώριες χαρτοσακούλες του Αρκτούρου φεύγουν χαρούμενα. Ισως μεγαλώνοντας να δουν κάποτε τα πράγματα να είναι καλύτερα για την καφέ αρκούδα της Πίνδου….

Ανέκαθεν οι Νεβεσκιώτες είχαν άλογα. Αγαπούσαν τα άλογα. Εξάλλου, με άλογα και μουλάρια έφτασαν στα πέρατα του κόσμου. Την ίδια αγάπη συντηρεί ο Ιππικός Ομιλος της κοινότητας με κάτι απίθανα ζώα για να πηγαίνουν βόλτα οι επισκέπτες του Νυμφαίου. «Είναι 10 άλογα μάρκας Χάφλιγκερ, έχουν έρθει από τη Βαυαρία και είναι δυνατά και συνηθισμένα στις δύσκολες συνθήκες του βουνού», μου λέει ο Κώστας Μπόντε, υπεύθυνος για τα ζώα και οδηγός των έφιππων εκδρομέων, που τον συναντάμε σ' ένα μονοπάτι έξω από το χωριό να συνοδεύει μια μικρή συντροφιά. Τα μεγάλα ζώα αχνίζουν μέσα στο υγρό δάσος, ένα ξανθό κοριτσάκι τραβάει μάταια τα γκέμια. «Εεεε Μπάλιο…», η βαριά φωνή και το τράβηγμα του Κώστα φέρνουν στη ρότα του το βαρύ ζώο.

Τα τζάκια καπνίζουν ασταμάτητα. Τα μαγαζιά δουλεύουν. Ενας πλανόδιος πωλητής έχει φασόλια Πρεσπών και μήλα στον πάγκο του. Το Νυμφαίο υποδέχεται κι αυτό το Σαββατοκύριακο τον κόσμο του. Και ολοένα αλλάζει. Αλλάζει συνεχώς προς το καλύτερο. Διαμορφώνεται η κεντρική αγορά. Αναστηλώνεται το αρχοντικό του Μίχα Τσίρλη. Δημιουργείται Πάρκο Αγριας Φύσης με ελάφια μέσα σε 1.200 στρέμματα δάσους. Κάπου 70 άνθρωποι -πολλοί νέοι- συνεχίζουν να ζουν και να προκόβουν εδώ. Ναι, ξαναγεννήθηκε από τις γκρεμισμένες του τεφρές πέτρες το χωριό. Ναι, ξαναστήθηκε όρθιο. Ναι, μακάρι σαν το Νυμφαίο να ήταν κι άλλα ορεινά χωριά αυτής της ταλαίπωρης πατρίδας. Ναι, μακάρι κι άλλα χωριά να είχαν τέτοιους «τρελούς» όπως ο Μέρτζος, ο Μπουτάρης, οι επώνυμοι και ανώνυμοι ευεργέτες. Ναι, το Νυμφαίο πήρε το δώρο τους και τώρα χαρίζει και το δικό του αντίδωρο, ομορφιά, πολιτισμό και ευγένεια.

Εδώ εξάλλου είδα την πιο συγκινητική ευχαριστία σε χωριό της Ελλάδας. Σε μια πελώρια αφίσα (με φωτογραφίες του «πριν» και του «μετά») η κοινότητα ευχαριστεί ανάμεσα στους ευεργέτες του χωριού και τους χιλιάδες επισκέπτες του. Ακούτε; Το Νυμφαίο ευγνωμονεί τους επισκέπτες του! Που το κρατάνε ζωντανό, ακμαίο, όρθιο και του υπόσχονται λαμπρό αύριο. Γι' αυτό και θα ξαναγίνει αν χρειαστεί αυτό το θαυμάσιο που έγινε κάποτε: όταν ανελέητος χιονιάς και παγετός έκανε επικίνδυνη την προσέγγιση των επισκεπτών εδώ, η Kοινότητα έστρωσε κόκκινο χαλί από τα Λινούρια ώς την πλατεία για να έρθουν περπατώντας με ασφάλεια οι επισκέπτες! Τέτοια αρχοντιά οι χρυσοί μου αυτοί άνθρωποι…

πηγή www.kathimerini.gr

Νυμφαίο: Αναγεννημένο

AΠΟ ΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΘΗΝΑ ΚΑΖΟΛΕΑ

Oσες φορές κι αν ανηφορίσουμε στο Βίτσι για να συναντήσουμε το Nυμφαίο, ένα από τα ομορφότερα χωριά της Ελλάδας, δεν θα μας διαψεύσει. O χειμώνας εδώ έχει την ομορφιά μιας γενναιόδωρης Φύσης και την αρχοντιά των ανθρώπων που ξέρουν ότι ο τουρισμός είναι μια ευγενής τέχνη φιλοξενίας.

Αυτή τη φορά είναι αλλιώς. Αυτή τη φορά το χωριό είναι κρυμμένο μέσα στα πέπλα της ομίχλης. Οι ατελείωτοι νοτιάδες του Νοέμβρη με τα σιγανά ψιλόβροχα σκέπασαν με ένα παχύ ατμό το όμορφο χωριό. Ακίνητη σιωπή στα καλντερίμια, η ομίχλη ρουφάει τους ήχους σαν το χιόνι. Ωραία σιωπηλά σπίτια αναδύονται μέσα σε μυρωδιές υγρές, καθώς περπατάμε στο μυστηριακό σκηνικό. Κατηφορίζουμε στο κέντρο του χωριού για καφέ. Κοιτάζω την ομίχλη και σκέφτομαι τι υπήρχε εδώ πριν από 20 χρόνια: ένα ακόμη ορεινό χωριό που αργοπέθαινε.

Το Νυμφαίο, ανελέητα χτυπημένο από τον Eμφύλιο και τη μετανάστευση, περίμενε τη μοίρα του. «Την περίοδο 1950 - 1960 επήλθε η μεγάλη ερήμωση. Γύρω στο '57 - '58 έκλεισε ο δασικός συνεταιρισμός και όλοι σχεδόν έφυγαν για την Καστοριά ώστε να δουλέψουν στη γούνα», μου λέει ο σημερινός πρόεδρος του Νυμφαίου Γιώργος Μπουτάρης. «Τα σπίτια γκρεμίζονταν -τα 2/3 του χωριού είχαν καταρρεύσει- τα παλιά καλντερίμια χορταριασμένα θάβονταν κάτω από τη θεριεμένη βλάστηση και ελάχιστοι κάτοικοι, οι περισσότεροι αγελαδοτρόφοι, παρέμεναν στις πατρογονικές τους εστίες. Το 1994 στο Νυμφαίο είχαν απομείνει μόλις 35 ψυχές (κάποτε εδώ ζούσαν 3.000 άνθρωποι!). Η κοινότητα είχε χρέος στην Αγροτική Τράπεζα για δάνειο 12 εκατ. δραχμές (με 28% επιτόκιο!) και το κοινοτικό ταμείο ήταν μείον 3 εκατ. δραχμές. Το τι έγινε μετά το περιγράφει γλαφυρά ο βασικός του πρωταγωνιστής: «...διεξαγόταν αγώνας με το χρόνο και η κλεψύδρα είχε εξαντληθεί. Μερικοί κόκκοι μονάχα απέμειναν διαθέσιμοι. Ή τώρα ή ποτέ». Αυτό επαναλάμβαναν πιεστικά όσοι φίλοι με προέτρεπαν να κατέλθω υποψήφιος πρόεδρος της κοινότητας στα καλά καθούμενα…
- Καλά είστε τρελοί;
- Oχι εμείς, εσύ είσαι ο τρελός.

Eτσι έγινα ο τρελός του χωριού επί δώδεκα ολόκληρα χρόνια…»

Αυτά δηλώνει στο βιβλίο Βίβλος Φιλοξενίας ο Νίκος Μέρτζος, διάσημος Θεσσαλονικιός δημοσιογράφος και συγγραφέας, θρυλική μορφή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης για την Ελλάδα και για 12 χρόνια πρόεδρος της Κοινότητας Νυμφαίου. Τι σκέφτηκε λοιπόν ο δαιμόνιος αυτός Βλάχος για να βγει το χωριό από το αδιέξοδο και να ξαναζωντανέψει; «…οικονομία δεν υπήρχε. Ανέκαθεν ο τόπος δεν παρήγαγε τίποτε άλλο παρά μόνον ανθρώπους. Οι άνθρωποί του ωστόσο είχαν παραγάγει πολιτισμό, παράδοση, αρχιτεκτονική, παιδεία, ιστορία. Επιπλέον, ο τόπος είχε μεγάλη ομορφιά και άθικτη μια παρθένα Φύση. Αυτά ήταν τα μοναδικά του πλεονεκτήματα αλλά ήταν στρατηγικά και μπορούσαν να αξιοποιηθούν συνολικά με μια δέσμη ενεργειών. Aρα η οικονομία ήταν ο τουρισμός…»

Από το 1995 άρχισε ένας αγώνας δρόμου να βρεθούν πόροι, να γίνουν μελέτες, να ευαισθητοποιηθούν χορηγοί. Με ευρωπαϊκό αλλά και ελληνικό ιδιωτικό χρήμα το χωριό αρχίζει να ξαναζωντανεύει. Eίναι εκπληκτικό το πώς η αναγέννηση αυτού του τόπου υπήρξε η αφορμή για να «συναντηθούν» άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής αλλά και πολιτικών πεποιθήσεων. Στο Νυμφαίο ο «βαμμένος δεξιός» Μέρτζος συναντήθηκε δημιουργικά με το κυβερνών τότε ΠΑΣΟΚ του Λαλιώτη και του Σηφουνάκη, «…αλλά δεν συναντηθήκαμε κομματικά ούτε πολιτικά. Αφήσαμε όσα πολλά μας χωρίζουν και ανταμώσαμε στα ουσιαστικά και διαχρονικά ηθικά κληροδοτήματα του έθνους. Η δύσκολη συνάντηση απεδείχθη συγκινητική και ιδίως απελευθερωτική.

Απελευθέρωσε καθοριστικούς ανθρώπους, ενέπνευσε εμβρόντητους άλλους, ελευθέρωσε ιδέες παραγωγικές και ενωτικές...», γράφει ο Μέρτζος.Η προσπάθεια κάρπισε γρή-γορα. Ξαναφτιάχτηκαν καλντερίμια, ξαναστήθηκαν υποδομές, παλιοί Νυμφαιώτες επέστρεψαν και επισκεύασαν τα σπίτια τους, έγιναν οι πρώτοι ξενώνες, ξεκίνησε η δράση του Αρκτούρου με το καταφύγιο της αρκούδας. Δημιουργήθηκαν θέσεις εργασίας, ήρθαν νέοι άνθρωποι στο χωριό. Ο τουρισμός ήταν το «κλειδί» της αναγέννησης, αλλά ποιος τουρισμός; «Ο Μέρτζος ανέδειξε το Νυμφαίο ως πρότυπο ανάπτυξης του ήπιου τουρισμού», τονίζει ο σημερινός πρόεδρος (ο οποίος ήταν επί 12 χρόνια γραμματέας της κοινότητας και δεξί χέρι του Μέρτζου). «Ηπιος τουρισμός σημαίνει μικρές αγροτοτουριστικές μονάδες που θα επιφέρουν οικονομικά οφέλη ισομερώς σε όλους. Ο μεγαλύτερος ξενώνας σήμερα στο Νυμφαίο έχει μόνο 10 δωμάτια. Το Νυμφαίο δεν πρόκειται να αλλάξει. Υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για επενδύσεις αλλά και αυστηρότητα στην επιλογή. Πρέπει να προσέξουμε πολύ…» Η ομίχλη διαλύεται για λίγο και ακούω το σφυρί του πετρά να ξαναδουλεύει.Ο Τζέλης Λίτσος και τα μαστόρια του από την Πρεμετή, την Ντίμπρα και το Ελμπασάν ξαναστήνουν ένα αρχοντόσπιτο. «Hρθα στο χωριό το 1996», λέει ο Τζέλης. «Hταν άλλο χωριό τότε. Φτιάξαμε καλντερίμια, σπίτια, δρόμους... Αν δεν ήταν ο Μέρτζος, δεν ξέρω πώς θα ήταν το χωριό σήμερα…» Στο Νυμφαίο αναστηλώθηκαν περίπου 200 σπίτια, χτίστηκαν πάνω από 20 νέα και φτιάχτηκαν 70.000 τ.μ. καλντερίμια. Αληθινή αναγέννηση, όχι αστεία…

Στο καφενείο O Ναύαρχος, η κάπνα από τα τσιγάρα ανεβαίνει. Aκούς Βλάχικα και Ελληνικά από τους θαμώνες, βλέπεις έναν τύπο που φοράει κασκέτο NYPD και την τηλεόραση να παίζει πρωινάδικα. Μυρίζει καφές και τσουκνιδόπιτα. «Φύγαμε το '68 16 οικογένειες από το Νυμφαίο για την Καστοριά», μας λέει σερβίροντας τον καφέ η κυρα-Γιωργία Ζέγα. «Μετά το 1988, ο Γιάννης Μπουτάρης βάζει ανακοίνωση στην εφημερίδα μας «Η Φωνή του Νυμφαίου» πως όποιος θέλει να μείνει μόνιμα στο χωριό θα είναι υπάλληλός μου. Εμείς με τον άντρα μου ήμασταν οι πρώτοι. Φυλάγαμε τα σπίτια τους, δουλεύαμε στους ξενώνες. Γυρίσαμε το '89 έπειτα από 24 χρόνια. Αν δεν ήταν κι ο Μπουτάρης, δεν θα υπήρχε το χωριό…»

Ο Γιάννης Μπουτάρης ήταν η άλλη εμβληματική μορφή της αναγέννησης του χωριού. Δημιούργησε δύο ξενώνες, αναστήλωσε παλιά αρχοντικά της οικογένειας, άνοιξε θέσεις εργασίας και πάνω απ' όλα οραματίστηκε και έστησε τον Αρκτούρο, σταθερό πόλο έλξης επισκεπτών.Ο Γιάννης Μπουτάρης είναι άλλος ένας από τους «τελευταίους των Μοϊκανών» - φράση που μου έλεγε πολύ συχνά κάποτε ο Νίκος Μέρτζος. Η σειρά των επώνυμων ευεργετών του Νυμφαίου είναι μεγάλη: Σωσσίδης, Δούδος, Φίστας, Ρόζας και άλλοι πολλοί, επώνυμοι και πολλοί ανώνυμοι, Νεβεσκιώτες και μη. Ζητάω από τη γελαστή κυρα-Γιωργία να μου πει μια ευχή αν είχε έναν απ' όλους μπροστά της. «Ζι γκίνες μπνες μουτς άνι…», λέει. Να ζήσεις πολλά χρόνια, δηλαδή.

Μια αθέατη νύφη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Διακοπές σε τροπικούς παραδείσους-προσοχή στα τροπικά νοσήματα λένε οι λοιμωξιολόγοι

Διακοπές σε τροπικούς παραδείσους-προσοχή στα τροπικά νοσήματα λένε οι λοιμωξιολόγοι

Την προσοχή, όσων προγραμματίζουν διακοπές η ταξίδια σε τροπικούς παραδείσους Πάσχα και…
Τα δέκα πράγματά που… λατρεύεις να μισείς στις low cost αεροπορικές εταιρείες!

Τα δέκα πράγματά που… λατρεύεις να μισείς στις low cost αεροπορικές εταιρείες!

Τα δέκα πράγματά που… λατρεύεις να μισείς στις low cost αεροπορικές εταιρείες! Κάθε φορά…
Έθιμα των Φώτων (Θεοφανείων)

Έθιμα των Φώτων (Θεοφανείων)

Χαρούμενα, θριαμβευτικά και ελπιδοφόρα, τα Θεοφάνεια ή Φώτα κλείνουν το Δωδεκαήμερο, που…
Περίεργες χριστουγεννιάτικες παραδόσεις από όλο τον κόσμο

Περίεργες χριστουγεννιάτικες παραδόσεις από όλο τον κόσμο

Μία από τις πιο συναρπαστικές πτυχές της διαδικασίας ενός ταξιδιού και της γνωριμίας με…
Νέα ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ Σταυρούπολη, Πολίχνη, Ευκαρπία
Η ιστοσελίδα Pmnews δεν ευθύνεται για τις απόψεις των μελών της καθώς και για το περιεχόμενο ιστοσελίδων στις οποίες οδηγούν οι διάφοροι σύνδεσμοι. Οι πηγές όσων άρθρων, ειδήσεων ή πληροφοριών ανήκουν σε άλλη ιστοσελίδα αναφέρονται σε εμφανές σημείο.
www.pmnews.gr Νέα ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ Σταυρούπολη, Πολίχνη, Ευκαρπία | All rights reserved